Το Βαγόνι των Ονείρων

530611_340527502728289_2127099964_n
Μου αρέσουν τα γυμνά, από φύλλα, κλαδιά. Εκείνα που σαν χέρια μάγισσας, απλώνονται απειλητικά να σ’ αρπάξουν απ’ τα μαλλιά μες στο σκοτάδι, και πονηρά, σε γοητεύουν να χαθείς στα δάση, τις νύχτες. Αν ξεγελαστείς, είσαι δικός τους για πάντα.
Έτσι κι εγώ, σκλάβα της γυμνής τους αλήθειας, της γκρίζας τους ομορφιάς, μαγεύτηκα. Παιδί καταραμένων προγόνων, ίσως άγνωστων, σκοτεινών ποιητών, αναζητώ ένα ξερό κλαδί για να χορτάσω τη δίψα μου. Τη δίψα μου για θλίψη.
Γεμίζω το στόμα μου με μεγάλες, λαχταριστές γουλιές υγρής θλίψης. Είναι πηχτή και χλιαρή, λίγο στυφή και λίγο αλμυρή σαν δάκρυ. Καθώς τις καταπίνω, αυτές βουτούν, αφήνοντας γλυκές αναθυμιάσεις, στα σωθικά μου σαν άλογα αφηνιασμένα. Άλλα κόκκινα, άλλα πράσινα κι άλλα μωβ. Ποδοβολητά κατά μήκος των σωθικών μου με γαργαλούν. Φορές φορές, υποφέρω από αβάσταχτους πόνους που μου κόβουν την αναπνοή και κάνουν τους χτύπους της καρδιάς μου να συγχύζονται. Τότε, όλα μαυρίζουν και ψάχνω ένα κενό τριγύρω για να χωρέσω μέσα. Όλα όμως είναι τόσο στριμωγμένα… δε χωράω πουθενά.
Ξαφνικά, ακούω το τρένο μου να πλησιάζει. Σφυρίζει κι εγώ αρχίζω να συνέρχομαι απ’ τον λήθαργο. Σταματά ακριβώς μπροστά μου. Μπαίνω μέσα βιαστικά και κάθομαι αναπαυτικά στην καμπίνα μου. Εκεί, με υποδέχεται ένα κρεβάτι με μυρωδάτα λευκά σεντόνια, ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι και μια καρέκλα, ένα ραφάκι με τ’ αγαπημένα μου βιβλία, τέσσερα-πέντε όλα κι όλα, η ταμπακιέρα με τον αναπτήρα μου, ένα πράσινο φωτιστικό γραφείου, άφθονες λευκές σελίδες, μια πένα κι ένα μελανοδοχείο. Τα ελέγχω να δω αν είναι όλα έτοιμα για το ταξίδι μου. «Όλα εντάξει», μονολογώ.
Χτυπά η πόρτα. Είναι ο ελεγκτής. Του δίνω το εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
«Καλό ταξίδι δεσποινίς», μου εύχεται και φεύγει.
Το τρένο μου ξεκινάει. Δεν πατάει σε ράγες, αιωρείται πάνω από ομιχλιασμένα δάση και σκοτεινές θάλασσες. Έξω είναι πάντα χειμώνας. Τα δέντρα στα δάση δεν έχουν φύλλα. Θέλω, θέλω πολύ να τρέξω και να κουρνιάσω στην αγκαλιά τους, αλλά ο εαυτός μου δε μου το επιτρέπει. «Δε θα άντεχες άλλη θλίψη», μου λέει.
Εκεί, στην κουκέτα του τρένου μου, μυρίζει βανίλια και τριαντάφυλλο. Οι κουρτίνες του παραθύρου μου έχουν ένα βαθύ πορφυρό χρώμα όλο γλύκα. Σαν τις κλείνω, το λιγοστό φως της μέρας που τις διαπερνά κάνει τα πάντα μέσα στο μικρό δωματιάκι να μοιάζουν ματωμένα. Ζωντανά. Γεμάτα πάθος.
Δε ξέρω πότε θα φτάσω στον προορισμό μου. Και ο χρόνος δε με απασχολεί πια. Έχω ξεφύγει εδώ και καιρό απ’ τη φυλακή του. Εμένα πάντα μου άρεσε το ταξίδι. Η διαδρομή. Δε με νοιάζει πότε θα φτάσω. Έχω άπειρες λευκές σελίδες να γεμίσω με το αρωματικό μου μελάνι. Ανάβω το πράσινο φως του γραφείου μου και το τρένο σφυρίζει ακόμα μια φορά.

-Ευλαμπία Τσιρέλη-

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s