Το Αρχέγονο

img_1861(απόσπασμα από το διήγημα)

Είχα αποφασίσει να αποσυρθώ σε ένα όμορφο και ήσυχο μέρος για να ολοκληρώσω τη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Ό,τι οικονομίες είχα, τις ακούμπησα αποφασιστικά στο γερασμένο, αλλά περιποιημένο χέρι της σπιτονοικοκυράς, την ημέρα της συμφωνίας μας. Καλοστεκούμενη για την ηλικία της, είχα σκεφτεί, αποδίδοντας αυτόματα το προσεγμένο παρουσιαστικό της στα χρήματα που κέρδιζε από τις μικρές επαύλεις που νοίκιαζε. Πήρε τα χρήματα με ένα συγκρατημένο χαμόγελο που διέγραψαν τα λεπτά κόκκινα βαμμένα χείλη της, τεντώνοντας κι εξαφανίζοντας μαγικά τις μικρές ρυτιδούλες στο επάνω μέρος τους.

«Καλή διαμονή. Ελπίζω να σας ζεστάνουν τα δύο τζάκια… Θα είναι βαρύς ο χειμώνας φέτος».

Το παλιό διώροφο αρχοντικό, στις όχθες της λίμνης, είχε μόνο δύο μεγάλα τζάκια, ένα σε κάθε όροφο. Κι εγώ είχα επιλέξει να αποσυρθώ εκεί τους τρεις πιο παγωμένους μήνες του χρόνου. Από τον Δεκέμβρη μέχρι και τον Φεβρουάριο. Έσφιξα τα δόντια στο άκουσμα των λέξεων «βαρύς χειμώνας».

Η όμορφη καγκελόπορτα της εισόδου με καλωσόρισε με ένα μοτίβο στο τελείωμά της που θύμιζε χαμογελαστά μουστάκια. Γύρισα το μεγάλο σιδερένιο κλειδί, και στο πρώτο βήμα, τα παγωμένα αγριόχορτα του μονοπατιού της αυλής, έβγαλαν ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο κάτω από τη μπότα μου. Εντάξει, το σπίτι ήταν παλιό και λίγο απεριποίητο. Εν γνώσει μου το είχα επιλέξει. Εξάλλου, δε μπορούσα να ανταπεξέλθω οικονομικά σε κάτι καλύτερο.

Τα μεγάλα αρχοντικά της Καστοριάς ήταν απλησίαστα, ακόμα κι αν νοίκιαζε κανείς ένα, μόνο, δωμάτιο. Αλλά η παλιά, μισοπαρατημένη, μικρή έπαυλη, ήταν λες και περίμενε εμένα.

Κάποιοι περαστικοί, κρυμμένοι μέσα στους γιακάδες των παλτών τους, με κοίταξαν με απορία. Μια κοπέλα μόνη, να στέκομαι στην είσοδο ενός ταλαίπωρου αρχοντικού με καμάρι, λες και μόλις να είχα αποκτήσει κάποια αμύθητη περιουσία.

Σήκωσα τα μάτια προς το σπίτι και αποκατέστησα τα χρώματα και τους σοβάδες με τη φαντασία μου. Τώρα μάλιστα, σκέφτηκα. Είχα την ικανότητα να μεταμορφώνω τα πράγματα με τη φαντασία μου και να τα διατηρώ, έπειτα, εντελώς αλλαγμένα στη μνήμη μου και στην όρασή μου. Εκείνο το σπίτι, για μένα, ήταν πια το παλάτι μου.

(…)

Μπροστά στο κεντρικό, μεγάλο παράθυρο του δευτέρου ορόφου, τοποθέτησα το γραφείο μου. Στ’ αριστερά μου, το τζάκι πάσχιζε να ζεστάνει τους παγωμένους τοίχους. Η κόκκινη βελούδινη κουρτίνα, προέκτεινε την αρχοντιά των σκαλισμένων γύψινων πλαισίων και του περίπλοκου ταβανιού. Μα αυτό που έκλεβε την παράσταση, δεν ήταν το ίδιο το σπίτι, ή κάποιο από τα δωμάτια. Ήταν η θέα από το μεγάλο παράθυρο του γραφείου μου. Η παγωμένη λίμνη. Και ο θόρυβος. Ο απόκοσμος θόρυβος που έφτανε θρασύτατος τα βράδια στο παράθυρό μου.

Με τρέλαινε και με γοήτευε. Δε μπορούσα να τον αντέξω, αλλά ούτε και να τον αποχωριστώ. Η λίμνη με καλούσε. (…)

~Ευλαμπία Τσιρέλη~

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s