Η αρχή

Lilith

“Πίσω από κάθε κακή πράξη, κρύβεται ένα πληγωμένο πλάσμα.”

Διηγείται η ψυχή των παραμυθιών:

Όλες οι κακές μάγισσες έχουν προγονή τους την αρχιμάγισσα Λίλιθ. Και κουβαλούν την κατάρα.

Η Λίλιθ ήταν η πρώτη γυναίκα που έπλασε ο Θεός, στον κήπο της Εδέμ, για να ζήσει δίπλα στον Αδάμ. Ήταν λεπτή και όμορφη, ενώ το απαλό, πάλλευκο δέρμα της χάιδευαν κατάμαυρα λαμπερά μαλλιά που έφταναν μέχρι τους αστραγάλους. Το χαμόγελό της ήταν αστραφτερό και πλάνευε ακόμα και τα φίδια.  Ήταν πανέξυπνη και κανένας δεν μπορούσε να την ξεγελάσει. Αυτή η γυναίκα ήταν λίγο παραπάνω ευφυής και ατίθαση απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Λεγόταν πως γι’ αυτό έφταιγε το ότι ο Θεός, όταν την έπλασε, εκτός από πηλό, πρόσθεσε στο μείγμα και λίγο χυμό από τους καρπούς του δέντρου της γνώσης.

Η Λίλιθ αγαπούσε πάρα πολύ τον Αδάμ και τον φρόντιζε με λατρεία και αφοσίωση. Ο Αδάμ όμως συχνά παραπονιόταν στον Θεό ότι του έδωσε μια γυναίκα εκρηκτική και ατίθαση, που δεν τον υπάκουε πάντα κι έκανε του κεφαλιού της. Όση αγάπη κι αν του έδειχνε εκείνη, ο Αδάμ συνέχιζε να παραπονιέται για τις μακριές της βόλτες στα δάση, τις φιλοσοφικές συζητήσεις της με τα ερπετά και τις κουκουβάγιες, και το βραδινό κολύμπι στις λίμνες, που έκανε τα χερουβίμ να την κρυφοκοιτάζουν ανάμεσα απ’ τα σύννεφα. Ο Θεός είχε φτιάξει, άθελά του, το απόλυτο θηλυκό. Όμορφη, έξυπνη, αφοσιωμένη στον άντρα της και επικίνδυνα γοητευτική.

Ο Αδάμ και η Λίλιθ έφεραν στον κόσμο ένα κορίτσι. Η Λίλιθ λάτρευε την κόρη της, που της έμοιαζε και στη θωριά και στην ψυχή. Τα θηλυκά του Παραδείσου έγιναν δύο. Ο Αδάμ τώρα, άρχισε να παραπονιέται στον Θεό και για την κόρη του.

«Πατέρα, γιατί μου έχεις δώσει δύο τόσο ισχυρά θηλυκά; Κάνουν του κεφαλιού τους και δεν με ακούν. Δε μπορώ να τις τιθασεύσω. Η Λίλιθ μαθαίνει στο παιδί παράξενα πράγματα».

Έτσι, με τα συνεχή παράπονα και τη γκρίνια, ο Αδάμ κατάφερε να πείσει τον Θεό να του φτιάξει μια γυναίκα στα μέτρα του. Όχι πιο έξυπνη, όχι πιο όμορφη και σίγουρα, όχι ατίθαση. Έτσι ο Θεός, την ώρα που κοιμόταν ο Αδάμ, πήρε ένα κομμάτι από το πλευρό του και έφτιαξε την Εύα. Μια γυναίκα, κομμάτι του Αδάμ. Μια γυναίκα όπως ακριβώς την ήθελε.

Την Λίλιθ την έδιωξε, με άσχημο τρόπο, μαζί με την κόρη της. Έξω από τον Παράδεισο η γη ήταν γεμάτη αγκάθια. Η Λίλιθ πληγώθηκε. Πληγώθηκε βαθιά. Μα έπιασε την κόρη της από το χέρι, και μαζί, περπατώντας πάνω στα μυτερά αγκάθια, γύρισαν πλάτη στον Παράδεισο και υποσχέθηκαν να εκδικηθούν τον Αδάμ και κάθε απόγονό του. Λίγο πριν φύγουν, αποχαιρέτισαν τους αγαπημένους τους φίλους. Ο αρχηγός των φιδιών, που φώλιαζε στις ρίζες του δέντρου της ζωής, τις συνόδεψε μέχρι την έξοδο.

«Αγαπημένη μας κυρά, πες μου, τι θέλεις να κάνω για να απαλύνω τον πόνο σου;» είπε ο όφις.

«Θέλω να πονέσουν. Θέλω να εκδιωχθούν κι αυτοί από τον Παράδεισο, όπως έδιωξαν εμένα και το παιδί μου από το σπίτι μας, χωρίς να έχουμε φταίξει σε τίποτα», είπε με λυγμούς η Λίλιθ.

Ο όφις τής υποσχέθηκε, ότι για χάρη της ισχυρής φιλίας τους, θα φρόντιζε να εκδικηθεί αυτή την άκαρδη πράξη, με τον χειρότερο τρόπο.

Η κόρη της Λίλιθ, έμελλε να ζευγαρώσει αργότερα με τον Κάιν. Τον άνθρωπο που πρόδωσε το γένος του Έτσι, θα ξεκινούσε ο κύκλος της εκδίκησης. Κάθε κορίτσι που θα προερχόταν από αυτούς τους προγόνους, θα είχε την επιλογή να γίνει μάγισσα και να εκδικηθεί τους απογόνους της Εύας και του Αδάμ για χάρη της μητέρας Λίλιθ. Οι οδηγίες της εκδίκησης, πέρασαν από γενιά σε γενιά. Από μητέρα σε κόρη, μέχρι σήμερα. Κατάρες με τις οποίες θα δένονταν όμορφοι πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και θα βασάνιζαν τις ζωές νέων ζευγαριών και των παιδιών τους. Και δυστυχώς, μέχρι σήμερα, ο κύκλος της εκδίκησης δεν έχει κλείσει. Και ούτε πρόκειται, μέχρι το τέλος του κόσμου. Γιατί η αδικία προς το πρόσωπο της Λίλιθ, που έδωσε τα πάντα, μα της τα πήραν όλα, ήταν πολύ μεγάλη για να παραγραφεί. Γιατί η αδικία προερχόταν από τον ίδιο τον Θεό. Και δεν υπήρχε κάποιος νόμος που να διαγράφει τις αδικίες του Θεού. Ο Δημιουργός, βλέπετε, είχε ξεχάσει να φτιάξει έναν νόμο στην πλάση. Είχε ξεχάσει να φτιάξει τον νόμο, σύμφωνα με τον οποίο μπορούσε και ο ίδιος να κάνει λάθη, να ζητά συγχώρεση από τα δημιουργήματά του, κι εκείνα με θεϊκή μεγαλοψυχία να μπορούν να τον συγχωρούν.

© Ευλαμπία Τσιρέλη

 Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Η λυπημένη νύφη

16434854491_2f87252d54_z

Brooke Shaden Photography

Εκεί σε μέρος άπνοο, μια αφέγγαρη βραδιά,
σε πολιτείας άγνωστης τα μέρη, τριγυρνούσα.
Άκουγα ψίθυρους πολλούς μέσα από τα κελιά
και τον καημό μιας κοπελιάς ν’ ακούσω, αναζητούσα.

Στάθηκα κι αφουγκράστηκα τα λυπημένα λόγια
όλων αυτών που λύγισαν σ’ εκείνα τα μπουντρούμια…

«Εδώ είναι το σπίτι μας, εδώ και οι ψυχές μας
κι αυτοί που δε λησμόνησαν έρχονται και μας βλέπουν.
Κι όσοι μας απαρνήθηκαν και γύρισαν την πλάτη,
δεν θα ακούσουνε ποτέ όμορφες ιστορίες.

Κάθισε λίγο ακόμα εδώ ν’ ακούσεις τη φωνή μας·
και μη φοβάσαι τους νεκρούς, τους ζωντανούς μονάχα.
Από καιρούς αλλοτινούς, μια ιστορία αγάπης
κρατάμε χρόνια, μυστικό της λυπημένης νύφης.
Με την καρδιά σου άκουσε αυτό που θα σου πούμε.
Το δράμα που ‘παιξε η ζωή για ένα παλικάρι…

Ήτανε όμορφος πολύ και καλοαναθρεμμένος.
Στην πόλη μέσα ξακουστός για τ’ όμορφα τα μάτια.
Το άλογο καβάλαγε κι έμοιαζε με ιππότη
και για τον έρωτα παντού έψαχνε και ρωτούσε.

Κανένας δεν του έλεγε πώς μοιάζει η αγάπη
κι αυτός όλο λυπότανε για τους ανθρώπους τούτους.
Στους άλλους νέους το ‘λεγε κι αυτοί τον αποπαίρναν
τους έλεγε πως έψαχνε μια κόρη σα νεράιδα.

Την είχε δει σε όνειρο, μια αφέγγαρη βραδιά
και στη ζωή του τώρα πια μόνο αυτή ποθούσε.
Τα μάτια της κατάμαυρα, με δυο αστέρια μέσα,
τον κοίταζαν μες στην ψυχή και του ερχόταν ζάλη.
Και τα μαλλιά εβένινα, λυτά, ευωδιασμένα
από τα νυχτολούλουδα, τριγύρω, στολισμένα.

Το χέρι της του άπλωσε μαζί να κρατηθούν
κι ήταν λευκό και τρυφερό, γλυκό στο φίλημά του.
Δυο λέξεις του ψιθύρισε και ήταν “σ’ αγαπώ”
και από τότε έχασε εντελώς τα λογικά του.

Εδώ κι εκεί την έψαχνε, τη μέρα και τη νύχτα
κι όλο τον έβλεπες παντού να γέρνει, να κοιμάται.
Έλεγε πως τη συναντά μονάχα στ’ όνειρό του
και όταν θα την παντρευτεί, θα εμφανιστεί στ’ αλήθεια!

…Ήρθε καιρός που χάλασε ο ύπνος του εραστή,
στον πόλεμο τον έστειλαν κι εμάς στη φυλακή.
Μ’ αυτός χωρίς τα λογικά πώς να ριχτεί στη μάχη;
Αυτή σκεφτόταν μοναχά κι έκλαιγε απελπισμένος.

Μέσα σ’ ένα χαράκωμα μια νύχτα του πολέμου,
κοιμήθηκε επίτηδες για να βρεθεί κοντά της.
Αλίμονο, αλίμονο! Την ώρα που την είδε
της είπε να την παντρευτεί, της έδωσε και όρκο.

Και λίγο πριν να σηκωθεί απ’ τον γλυκό τον ύπνο,
λαβώθηκε απ’ του εχθρού το άδικο το βόλι.
Αυτή του φώναξε το “ναι!” κι έτρεξε να τον σώσει
γιατί έγινε ανθρώπινη˙ ζωντάνεψε η νεράιδα.

Δεν πρόλαβε η άμοιρη, στα χέρια της τον πήρε
κι εκεί μεσ’ το χαράκωμα έθαψε τον καλό της.
Τα μάτια της σκοτείνιασαν, και τα αστέρια ‘ σβήσαν.
Και σαν χαμένη αναζητά εκείνον που της πήραν.

Γυρνά εδώ μες στα στενά, άλλοτε σα νεράιδα
κι άλλοτε σαν ανθρώπινη και τον μοιρολογάει.
Και κάθε νύχτα αφέγγαρη στέκει σαν σαστισμένη
στο μέρος που ο μορφονιός την είδε στ’ όνειρό του.

Τότε που ερωτεύτηκαν και του ‘δωσε το χέρι ˙
‘κείνη του είπε « σ’ αγαπώ » κι αυτός της έδωσε όρκο.
Κοίταξε, στέκει εκεί ξανά. Μονάχη της μιλάει,
με τ’ άσπρο της το νυφικό, με θλίψη κεντημένο.

Κι αν τη ρωτήσεις τι ζητά, “εκείνον”, θα σου πει,
“που μου ΄κλεψαν σε μια βραδιά, προτού να τον χαρώ”».
Όλους τους ευχαρίστησα με δάκρυα στα μάτια.
Τέτοιον καημό και έρωτα δεν είχα ξανακούσει.

Μια τέτοια αγάπη δυνατή δε σβήνει στους αιώνες
κι η νύφη πάντα θα ’ναι εκεί να το θυμίζει σ’ όλους.

Αυτά τα λόγια μου ‘πανε τα πλάσματα της νύχτας
που ξέρουν τι θα πει ζωή κι αν θέλεις θα στη μάθουν.
Εκεί σε μέρος άπνοο, μια αφέγγαρη βραδιά,
σε πολιτείας άγνωστης τα μέρη αν τριγυρίζεις.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993

Στον δρόμο του ανέμου

f076e6b5(απόσπασμα)

Τα ταλαιπωρημένα πόδια του αλόγου σέρνονταν στο καταπράσινο παχύ γρασίδι της Αγγλικής υπαίθρου. Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν, όμως το ένστικτό της τής έλεγε να συνεχίσει βόρεια. Είχε να φάει τρεις μέρες, μετά το τελευταίο της γεύμα στο μικρό χωριό που είχε συναντήσει, και να πλυθεί επίσης. Τη μια γαλέτα που της είχε απομείνει, την κρατούσε στο μάλλινο πουγκί της, εδώ και μέρες, σαν θησαυρό. Ας τη φυλάξω για τις δύσκολες ώρες, είχε σκεφτεί, και τώρα αναρωτιόταν αν αυτές οι δύσκολες ώρες είχαν όντως έρθει.
Ο άνεμος ράπιζε άσχημα το πρόσωπό της και τα χείλη της είχαν σκάσει, πρηστεί και ματώσει σε κάποια σημεία. Τα ξανθά μαλλιά της, αχτένιστα, έπεφταν άτσαλα στους ώμους της κίτρινης, μάλλινης κάπας της. Τα άγγιξε με τα δάχτυλά της σκεπτόμενη πώς θα εμφανιζόταν έτσι μπροστά στον Ρίτσαρντ. Συνειδητοποίησε ότι εδώ και καιρό είχε παραμελήσει την θηλυκότητα της. Η επιβίωση ήταν το μόνο της μέλημα. Δεν θα το έβαζε κάτω. Ήθελε να διαψεύσει το βλέμμα ανησυχίας και οίκτου των συγχωριανών της για την παρακινδυνευμένη της απόφαση. Ήθελε να στεγνώσει τα δάκρυα παντοτινού αποχωρισμού της μάνας της. Έπρεπε να τον βρει και να επιστρέψει μαζί του. Εξάλλου, είχε ορκιστεί στην πανσέληνο.
Ο Αρθούρος υπέμενε το κρύο και την πείνα, κουβαλώντας την καρτερικά στην πλάτη του, αφοσιωμένος στον προορισμό τους. Καμιά φορά, η Ρωξάνη δεν οδηγούσε καν το άλογο, παρά αφηνόταν στη δική του διαίσθηση. Μόνο παρακαλούσε τον Θεό, αν ήταν να πεθάνουν, να πεθάνουν μαζί∙ όχι γιατί δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τον δρόμο της χωρίς άλογο ή γιατί το άλογο θα συνέχιζε να προχωρά χαμένο, με ένα πτώμα στην πλάτη του, αλλά γιατί απλά οι δυο τους ήταν κάτι περισσότερο από αδέλφια. Θα έλεγε κανείς, πως άνθρωπος και άλογο μοιράζονταν την ίδια ψυχή…

(…)

~Ευλαμπία Τσιρέλη~

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

An Εlvish-lullaby

BabyElfSleepingInForestAnimatedByHeatherGill

picture credits:Heather Gill

My pampered flower, my star, my rose,
It’s time for your long journey on
the legendary dreamy world
where all the miracles unfold.

Go slowly, quietly in your bed
of leaves and flowers that I’ve made
Go cuddle all your fluffy friends
And close your eyes for you to rest.

Your heartbeat like an elfish drum
Your breath an essence of divine
You are my life, my love, my child
I can’t believe that you are mine.

Inside your dreams I hear you sing
You fly on the back of wind
Your laughter makes a thorn to bloom
And from the heart wipe out the gloom

My child, my flesh, my blood, my life
My present of the heavens high
Sleep tight, sleep well, sleep like a prince (queen)
I’ll be the guardian of your dreams (dream).

-Evlampia Tsireli-

 

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Γιατί οι καλικάντζαροι είναι κακοί…

trollsNosesΤο ξέρατε ότι οι καλικάντζαροι ζαρώνουν όταν τους δείχνετε οίκτο και καλοσύνη; Είναι ανήμποροι. Ζαρώνουν, ζαρώνουν, αλληθωρίζουν, στραβώνει το πρόσωπό τους και το σώμα τους, βγάζουν τρίχες απ’ τα αυτιά και καμπουριάζουν, ώσπου στο τέλος γίνονται μικροί σαν κατσαρίδες και αποσύρονται στη φωλιά τους για πάντα. Εκεί μέσα στο σκοτάδι που λατρεύουν, κάθονται μόνοι τους και αφρίζουν από το κακό τους και συρρικνώνονται, μέχρι που μένει μόνο η καρδιά τους μαύρη και μικρή σαν σπόρος. Αν κάποιος πολύ καλός άνθρωπος όμως κλάψει για αυτούς, αυτή η μικρή καρδιά-σπόρος φυτρώνει και γίνεται ένα μικρό δεντράκι απ’το οποίο φτιάχνεται ένα μαγικό ποτό. Αυτό το ποτό ξέρουν πολλοί λίγοι άνθρωποι στον κόσμο να το φτιάχνουν. Αν το πιεί κάποιος καλικάντζαρος μεταμορφώνεται αμέσως σε έναν καλό, όμορφο και χαμογελαστό νέο. Αλλά ακόμα κι αν το ξέρουν αυτό το μυστικό οι καλικάντζαροι είναι τόσο κακιασμένοι που μισούν ακόμα και αυτούς που το φτιάχνουν και δεν τους εμπιστεύονται. Έτσι μένουν για πάντα κακοί…

 

-Ευλαμπία Τσιρέλη-

 

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 121/1993.

Η μουσική των ξωτικών (παραμύθι)

Arthur Rackham  Linkmen Running in Front Carrying Winter Cherries Peter Pan in Kensington Gardens by J. M. Barrie 1906(απόσπασμα)

Δύο αδερφάκια χαρωπά επέστρεφαν στο σπίτι,
τη νύχτα της Πρωτομαγιάς, που είναι μαγική.
Χοροπηδούσαν κι έλεγαν αστείο τραγουδάκι,
ώσπου στο δάσος χάθηκαν και ήρθε το βραδάκι.

Άρχισαν ν’αγριεύονται. Σκιές ολόγυρά τους.
Μάτια κρυμμένα στα κλαδιά τους παρακολουθούσαν
κι οι κουκουβάγιες “Κουκουβάου! Πού πάτε;” τους ρωτούσαν.

“Πάμε στο σπίτι μας θαρρώ”, έλεγε ο Κωστής.
“Μα χάσαμε το δρόμο μας!” έκλαιγε η Φανούλα.
“Και τώρα να γυρίσουμε πια πίσω δεν μπορούμε
και τόσο αργά, θα ανησυχεί πια τώρα η μανούλα!”

Από τα δάκρυα τα πολλά εκεί αγκαλιασμένα,
τα πήρε ο ύπνος ο γλυκός κάτω από μια ιτιά,
τα αδερφάκια τα μικρά τα τόσο αγαπημένα
κι όνειρα ήρθανε γλυκά τη λύπη τους να πάρουν.

Τη νύχτα της Πρωτομαγιάς παράξενα συμβαίνουν
και μπαίνουνε στον κόσμο μας πλάσματα από άλλους κόσμους.
Μπορούν να σου μιλήσουνε, μπορούνε να σε πάρουν
στον κόσμο τους το μαγικό κρυφά να σε περάσουν.

Σύντομα όμως ξύπνησαν κι ακούσαν φασαρία,
να πλησιάζουν βήματα στην γέρικη ιτιά.
Και ξάφνου το λιβάδι πλημμύρισε με κόσμο,
πολύχρωμα ντυμένα, παράξενα παιδιά.

(…)

-Eυλαμπία Τσιρέλη-

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 121/1993.

Artwork by Arthur Rackham: Linkmen Running in Front
Carrying Winter Cherries from
‘Peter Pan in Kensington Gardens’

by J. M. Barrie 1906