Καταιγίδα

http://procyona.deviantart.com/art/Inside-the-Storm-205358532Η κοιλιά της πονούσε. Έβαλε το δάχτυλο στον αφαλό. Το έστριψε λίγο κι ύστερα εκείνο γλίστρησε μέσα. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Έχωσε πιο βαθιά το χέρι, προς τα πάνω, στον θώρακα. Τέντωσε τα δάχτυλα, μα, και πάλι, τίποτα. Μέχρι και η καρδιά της έλειπε. Άνεμοι άρχισαν να λυσσομανούν, και κύματα να χτυπούν το χέρι της. Κάποιοι κεραυνοί τής ζεμάτισαν τα νύχια. Άρπαξε ένα κόκαλο, μάλλον πλευρό, για να κρατηθεί. Το χέρι έσφιξε δυνατά, μα τα κόκαλα έτριζαν. Άρχισαν να σπάνε με επιβλητικούς κρότους. Ένα ένα. Σαν σίγουρα βήματα. Το χέρι ψαχούλεψε τα θραύσματα. Ήταν σαν βότσαλα στην ακτή. Κι ο αέρας φυσούσε, και κύματα χτυπούσαν, και τίποτα από το εσωτερικό δεν θα ήταν ποτέ ξανά ίδιο. Αποφάσισε να απολαύσει την καταιγίδα.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Advertisements

Τα ηλεκτρικά φαντάσματα

4165744601_53e6761114_z

Στο μικρό της διαμέρισμα, όλα ήταν γκρίζα. Έμοιαζαν βγαλμένα από ταινία ασπρόμαυρη, χαλασμένη. Κάθε σούρουπο, τα φαντάσματα έστηναν χορό. Όμως αυτά δεν ήταν συνηθισμένα φαντάσματα όπως εκείνα των νεκρών.

Ήταν σίγουρη ότι δεν την έβλεπαν∙ ότι παρέμενε απαρατήρητη ανάμεσά τους. Οι παρείσακτοι, πολλές φορές, περνούσαν από μέσα της, έτσι διακοπτόμενοι, τρομακτικοί και τρεμουλιαστοί. Διότι αυτά ήταν ηλεκτρικά φαντάσματα. Ανθρωπόμορφα όντα, παράξενα, φτιαγμένα από φως και σκοτάδι μαζί. Πηγαινοέρχονταν μέσα στο σπίτι της. Με σώματα θολά, γεμάτα κόκκους, όπως η χαλασμένη εικόνα της τηλεόρασης∙ με γραμμές, με ηλεκτρικές φωνές και μουτζουρωμένα μάτια. Τα χαμόγελά τους ήταν μαύρες τρύπες και το γέλιο τους γρατζουνούσε τα αφτιά της. Δεν άντεχε κάθε σούρουπο να ζει την ίδια χαλασμένη ταινία. Ξανά και ξανά.

Δεν ήξερε τι έφταιγε γι’ αυτό∙ τι το προκαλούσε. Δε μπορούσε ποτέ να καταλάβει αν όλα ήταν μέσα στο κεφάλι της ή αν όντως ζούσε μέσα σε μια τηλεόραση. Συχνά, ένιωθε ότι την παρακολουθούσαν μάτια αόρατα από κάπου έξω, και ότι, αν έπαιρνε φόρα κι έτρεχε προς το κενό, θα χτυπούσε πάνω στο τζάμι κάποιας οθόνης. Το φανταζόταν χοντρό και ανθεκτικό. Ήξερε ότι, ακόμα κι αν το ανακάλυπτε, δεν θα κατάφερνε ποτέ να το σπάσει.

Μια μέρα, αποφάσισε να βρει το τζάμι που θα της χάριζε την ελευθερία της. Έτρεξε με φόρα μια γύρα μέσα στο σπίτι, ανέβηκε στο κρεβάτι και πήδηξε όσο πιο ψηλά μπορούσε με σηκωμένα τα χέρια, έλεγξε όλα τα παράθυρα και τις πόρτες, ψηλάφισε όλους τους τοίχους και τις κορνίζες, μα πουθενά δεν φαινόταν να παρεμβάλλεται κάποιο αόρατο τζάμι. Της ήρθε τότε μια ιδέα. Σκέφτηκε ότι η τηλεόραση μέσω της οποίας –ενδεχομένως- την παρακολουθούσε κάποιος, ήταν σίγουρα ελαττωματική, αφού υπήρχαν όλα εκείνα τα παράσιτα, οι διακοπές και οι γραμμές. Τι θα μπορούσε λοιπόν να κάνει αυτόν που την παρακολουθούσε να σταματήσει; Μα φυσικά! Πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα; Να χαλάσει τελείως την τηλεόραση!

Το επόμενο σούρουπο, κρύφτηκε σε μια γωνία, δεξιά του κρεβατιού, έσβησε όλα τα φώτα και περίμενε. Σε λίγο, το σπίτι είχε γεμίσει ηλεκτρικά φαντάσματα που τρεμόπαιζαν, ανοιγόκλειναν τα στόματά τους βγάζοντας εκείνους τους απαίσιους, σαν σύρσιμο, ήχους και τα αμμώδη γέλια. Κάποια εξαφανίζονταν και στη θέση τους εμφανίζονταν κάποια άλλα. Συμπέρανε ότι Εκείνος άλλαζε τα κανάλια. Δε μπορούσε εύκολα να διακρίνει τα πρόσωπα των φαντασμάτων. Αν ήταν άνδρες ή γυναίκες. Άλλα περπατούσαν μέσα στο σπίτι, άλλα απλά στέκονταν όρθια και συνομιλούσαν, και άλλα χόρευαν. Κάθονταν στα έπιπλα της ή στο γραφείο της, άνοιγαν το ψυγείο της και μαγείρευαν στην κουζίνα της. Άλλα κοιμούνταν ή έκαναν σεξ στο κρεβάτι της, και άλλα φορούσαν τα ρούχα της και ξεφύλλιζαν τα βιβλία της.

Ήθελε απλά να φύγουν όλοι αυτοί από το σπίτι της και να την αφήσουν ήσυχη, αλλά ήξερε ότι αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί αν δεν έπαιρνε η ίδια την κατάσταση στα χέρια της. Όσο άρχισε να σκοτεινιάζει λοιπόν, τόσο αχνές και αδύναμες γίνονταν αυτές οι υπάρξεις. Με δυσκολία διακρίνονταν μέσα στο μισοσκόταδο. Το κόλπο είχε πιάσει. Όσο βράδιαζε και έχοντας σβηστά όλα τα φώτα, σε λίγο θα τους εξαφάνιζε τελείως.

Όταν πλέον δεν μπορούσε να διακρίνει παρά κάποιες κινήσεις των φασματικών παρείσακτων, ένας εκκωφαντικός γδούπος ταρακούνησε ολόκληρο το σπίτι. Έπειτα άλλος ένας. Παράλληλα, ένα βουητό που σχημάτιζε κάποιες λέξεις ήρθε στα αφτιά της όπως ακούγονται οι ήχοι βουλωμένοι και πνιγμένοι μέσα στο νερό.

«ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!  ΣΚΑΤΟΠΡΑΜΑ!!»

Το άκουσε καθαρά! Κάποιος τράνταζε το σπίτι ουρλιάζοντας! Κάποιο τεράστιο πλάσμα -όπως το αισθάνθηκε- ικανό να γκρεμίσει τα πάντα!

Τώρα πια ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι και το μόνο που άκουγε ήταν οι βρισιές αυτού του τρομακτικού γίγαντα.

Ξαφνικά, ένας δυνατός σεισμός ταρακούνησε όλο το σπίτι. Γλίστρησε από τη θέση όπου είχε κουλουριαστεί, μέχρι την πόρτα, και χτύπησε άσχημα το κεφάλι της. Δίπλα της άκουσε τη βιβλιοθήκη να πέφτει μαζί με όλα τα βιβλία να ξεχύνονται και να της πλακώνουν τα πόδια. Οι ντουλάπες, το κρεβάτι, τα πιάτα στην κουζίνα, το σαλόνι, οι καθρέφτες, όλα έγιναν μια μάζα κρότων διάλυσης και καταστροφής. Εκείνη στροβιλιζόταν χτυπώντας όλα τα σημεία του σώματός της, ενώ μέσα στο κεφάλι της, σε κάθε σύγκρουσή του με τα κάθε λογής έπιπλα και γωνίες, άκουγε κι ένα ράγισμα του κρανίου της.

Με ένα μοιραίο και απίστευτης ισχύος τράνταγμα, όλα ηρέμησαν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Μια χαλασμένη και σπασμένη τηλεόραση είχε καταλήξει στον κάδο των σκουπιδιών.

© Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Η αρχή

Lilith

“Πίσω από κάθε κακή πράξη, κρύβεται ένα πληγωμένο πλάσμα.”

Διηγείται η ψυχή των παραμυθιών:

Όλες οι κακές μάγισσες έχουν προγονή τους την αρχιμάγισσα Λίλιθ. Και κουβαλούν την κατάρα.

Η Λίλιθ ήταν η πρώτη γυναίκα που έπλασε ο Θεός, στον κήπο της Εδέμ, για να ζήσει δίπλα στον Αδάμ. Ήταν λεπτή και όμορφη, ενώ το απαλό, πάλλευκο δέρμα της χάιδευαν κατάμαυρα λαμπερά μαλλιά που έφταναν μέχρι τους αστραγάλους. Το χαμόγελό της ήταν αστραφτερό και πλάνευε ακόμα και τα φίδια.  Ήταν πανέξυπνη και κανένας δεν μπορούσε να την ξεγελάσει. Αυτή η γυναίκα ήταν λίγο παραπάνω ευφυής και ατίθαση απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Λεγόταν πως γι’ αυτό έφταιγε το ότι ο Θεός, όταν την έπλασε, εκτός από πηλό, πρόσθεσε στο μείγμα και λίγο χυμό από τους καρπούς του δέντρου της γνώσης.

Η Λίλιθ αγαπούσε πάρα πολύ τον Αδάμ και τον φρόντιζε με λατρεία και αφοσίωση. Ο Αδάμ όμως συχνά παραπονιόταν στον Θεό ότι του έδωσε μια γυναίκα εκρηκτική και ατίθαση, που δεν τον υπάκουε πάντα κι έκανε του κεφαλιού της. Όση αγάπη κι αν του έδειχνε εκείνη, ο Αδάμ συνέχιζε να παραπονιέται για τις μακριές της βόλτες στα δάση, τις φιλοσοφικές συζητήσεις της με τα ερπετά και τις κουκουβάγιες, και το βραδινό κολύμπι στις λίμνες, που έκανε τα χερουβίμ να την κρυφοκοιτάζουν ανάμεσα απ’ τα σύννεφα. Ο Θεός είχε φτιάξει, άθελά του, το απόλυτο θηλυκό. Όμορφη, έξυπνη, αφοσιωμένη στον άντρα της και επικίνδυνα γοητευτική.

Ο Αδάμ και η Λίλιθ έφεραν στον κόσμο ένα κορίτσι. Η Λίλιθ λάτρευε την κόρη της, που της έμοιαζε και στη θωριά και στην ψυχή. Τα θηλυκά του Παραδείσου έγιναν δύο. Ο Αδάμ τώρα, άρχισε να παραπονιέται στον Θεό και για την κόρη του.

«Πατέρα, γιατί μου έχεις δώσει δύο τόσο ισχυρά θηλυκά; Κάνουν του κεφαλιού τους και δεν με ακούν. Δε μπορώ να τις τιθασεύσω. Η Λίλιθ μαθαίνει στο παιδί παράξενα πράγματα».

Έτσι, με τα συνεχή παράπονα και τη γκρίνια, ο Αδάμ κατάφερε να πείσει τον Θεό να του φτιάξει μια γυναίκα στα μέτρα του. Όχι πιο έξυπνη, όχι πιο όμορφη και σίγουρα, όχι ατίθαση. Έτσι ο Θεός, την ώρα που κοιμόταν ο Αδάμ, πήρε ένα κομμάτι από το πλευρό του και έφτιαξε την Εύα. Μια γυναίκα, κομμάτι του Αδάμ. Μια γυναίκα όπως ακριβώς την ήθελε.

Την Λίλιθ την έδιωξε, με άσχημο τρόπο, μαζί με την κόρη της. Έξω από τον Παράδεισο η γη ήταν γεμάτη αγκάθια. Η Λίλιθ πληγώθηκε. Πληγώθηκε βαθιά. Μα έπιασε την κόρη της από το χέρι, και μαζί, περπατώντας πάνω στα μυτερά αγκάθια, γύρισαν πλάτη στον Παράδεισο και υποσχέθηκαν να εκδικηθούν τον Αδάμ και κάθε απόγονό του. Λίγο πριν φύγουν, αποχαιρέτισαν τους αγαπημένους τους φίλους. Ο αρχηγός των φιδιών, που φώλιαζε στις ρίζες του δέντρου της ζωής, τις συνόδεψε μέχρι την έξοδο.

«Αγαπημένη μας κυρά, πες μου, τι θέλεις να κάνω για να απαλύνω τον πόνο σου;» είπε ο όφις.

«Θέλω να πονέσουν. Θέλω να εκδιωχθούν κι αυτοί από τον Παράδεισο, όπως έδιωξαν εμένα και το παιδί μου από το σπίτι μας, χωρίς να έχουμε φταίξει σε τίποτα», είπε με λυγμούς η Λίλιθ.

Ο όφις τής υποσχέθηκε, ότι για χάρη της ισχυρής φιλίας τους, θα φρόντιζε να εκδικηθεί αυτή την άκαρδη πράξη, με τον χειρότερο τρόπο.

Η κόρη της Λίλιθ, έμελλε να ζευγαρώσει αργότερα με τον Κάιν. Τον άνθρωπο που πρόδωσε το γένος του Έτσι, θα ξεκινούσε ο κύκλος της εκδίκησης. Κάθε κορίτσι που θα προερχόταν από αυτούς τους προγόνους, θα είχε την επιλογή να γίνει μάγισσα και να εκδικηθεί τους απογόνους της Εύας και του Αδάμ για χάρη της μητέρας Λίλιθ. Οι οδηγίες της εκδίκησης, πέρασαν από γενιά σε γενιά. Από μητέρα σε κόρη, μέχρι σήμερα. Κατάρες με τις οποίες θα δένονταν όμορφοι πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και θα βασάνιζαν τις ζωές νέων ζευγαριών και των παιδιών τους. Και δυστυχώς, μέχρι σήμερα, ο κύκλος της εκδίκησης δεν έχει κλείσει. Και ούτε πρόκειται, μέχρι το τέλος του κόσμου. Γιατί η αδικία προς το πρόσωπο της Λίλιθ, που έδωσε τα πάντα, μα της τα πήραν όλα, ήταν πολύ μεγάλη για να παραγραφεί. Γιατί η αδικία προερχόταν από τον ίδιο τον Θεό. Και δεν υπήρχε κάποιος νόμος που να διαγράφει τις αδικίες του Θεού. Ο Δημιουργός, βλέπετε, είχε ξεχάσει να φτιάξει έναν νόμο στην πλάση. Είχε ξεχάσει να φτιάξει τον νόμο, σύμφωνα με τον οποίο μπορούσε και ο ίδιος να κάνει λάθη, να ζητά συγχώρεση από τα δημιουργήματά του, κι εκείνα με θεϊκή μεγαλοψυχία να μπορούν να τον συγχωρούν.

© Ευλαμπία Τσιρέλη

 Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Ανάμεσα

d3d7a031eabef791e23d404a09c1189b

Να ‘μασταν τώρα σ’ ένα κάστρο
και να χαζεύαμε το φεγγάρι ν’ ασημίζει τους πέρα λόφους…
Να σέρναμε μακριά φορέματα στους πορφυρούς διαδρόμους

και να γινόμασταν οι θρύλοι που μετέπειτα θα στοίχειωναν τα ερείπια…

Κάπου κάπου, ν’ ακούγαμε με δέος και λαχτάρα
τ’ αλυχτίσματα των λύκων,
ενώ τ’ άλογα στον στάβλο θα χνώτιζαν το σκοτάδι, αλαφιασμένα.

Κι εκεί, κάπου στην όχθη της λίμνης,
σ’ εκείνο το λεπτό “ανάμεσα” της νύχτας και της αυγής,
να έπαιζαν πλάσματα του ονείρου και να μας έγνεφαν να πλησιάσουμε,
να δούμε πως όλα είναι αληθινά.

Γιατί τι είναι αληθινό τελικά,
αν δεν είναι αυτό που ζει μες στα κεφάλια μας;

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Οι ονειροπόλοι απευθύνουν έκκληση

brooke-shaden-song-of-moonflower

Brooke Shaden photography

Κάντε κάτι να μην ακουμπήσουμε τα πόδια μας στη γη!
Δεν θέλουμε να προσγειωθούμε.
Εμείς που, αιώνες τώρα,
φροντίζουμε για τις υψηλές και χαμηλές πτήσεις
των πνευμάτων σας∙
για τη μαγεία στην τέχνη και τη λογοτεχνία,
για την άπιαστη και αόριστη ουσία της ποίησης.
Εμείς που, οπλισμένοι με χρώματα,
ζωγραφίζουμε τους γκρίζους τοίχους,
εμείς που γράφουμε στα πεζοδρόμια «σ’ αγαπώ».
Εμείς που πιστεύουμε στον έρωτα
και στις καλύτερες μέρες.
Εμείς που διατηρούμε τη φλόγα του ονειρέματος αναμμένη
κι όλα εκείνα τ’ αστέρια στον ουρανό σου
για να μπορείς ακόμα να κάνεις ευχές.
Εμείς που χορταίνουμε με άνεμο
και ομορφαίνουμε με αλμύρα στα μαλλιά.
Εμείς που η σκέψη μας το βράδυ
ταξιδεύει σε γνωστούς και άγνωστους κόσμους,
πάνω σε βάρκες,
ψαρεύοντας ιδέες από τον ωκεανό της έμπνευσης.
Κοίταξε μας, έχουμε χαμηλώσει επικίνδυνα.
Τα πόδια μας αγγίζουν τις κορυφές των δέντρων.
Κάντε κάτι να μην ακουμπήσουμε τα πόδια μας στη γη!

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Ονειροπόλοι

Όταν γεννιόμασταν σ’ αυτόν τον κόσμο,
τον διπλανό απ’ το δικό μας

Νεράιδες τριγύρω ευχές μας έβρεχαν
για τύχη ευλογημένη κι ευγενική καρδιά

Επάνω απ’ το βρεφικό κρεβάτι μας
οι πλανήτες έστηναν χορό κι εμείς οι οδηγοί τους

Ιπτάμενα χαλιά απ’ τις αραβικές νύχτες
μάς ταξίδευαν σε μακρινές χώρες

Ρημάδια αφήναμε τον κόσμο πίσω μας
καβάλα στους τυφώνες της φαντασίας

Ονειροπόλοι ωραίοι, χαμογελούσαμε πονηρά μπροστά σε όλα τα κάτοπτρα

Παρέα με τον άνεμο και το φεγγάρι
παίξαμε κρυφτό και κυνηγητό, αιώνια παιδιά

Όταν μεγαλώναμε, κλέβαμε λίγο τον χρόνο τον ψεύτη
και του γυρνούσαμε την πλάτη

Λεύτεροι στα αδέσποτα όνειρα,
στον θεϊκό μας έρωτα και στη γλυκιά μας θλίψη

Όμως δεν ήμασταν ποτέ μόνοι στ’ αλήθεια.
Είχαμε ο ένας τον άλλο

Ίσκιοι ελαφροί για πάντα κάτω απ’ τον βαρύ, καυτό ήλιο, ήταν τα καταφύγιά μας.

(Το ποίημα-ακροστιχίδα περιέχεται στο βιβλίο “Χρόνειρα. Παράξενες Διηγήσεις & Αδέσποτα ποιήματα“, Ευλαμπία Τσιρέλη, εκδόσεις Πηγή)

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Το Αρχέγονο

img_1861(απόσπασμα από το διήγημα)

Είχα αποφασίσει να αποσυρθώ σε ένα όμορφο και ήσυχο μέρος για να ολοκληρώσω τη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Ό,τι οικονομίες είχα, τις ακούμπησα αποφασιστικά στο γερασμένο, αλλά περιποιημένο χέρι της σπιτονοικοκυράς, την ημέρα της συμφωνίας μας. Καλοστεκούμενη για την ηλικία της, είχα σκεφτεί, αποδίδοντας αυτόματα το προσεγμένο παρουσιαστικό της στα χρήματα που κέρδιζε από τις μικρές επαύλεις που νοίκιαζε. Πήρε τα χρήματα με ένα συγκρατημένο χαμόγελο που διέγραψαν τα λεπτά κόκκινα βαμμένα χείλη της, τεντώνοντας κι εξαφανίζοντας μαγικά τις μικρές ρυτιδούλες στο επάνω μέρος τους.

«Καλή διαμονή. Ελπίζω να σας ζεστάνουν τα δύο τζάκια… Θα είναι βαρύς ο χειμώνας φέτος».

Το παλιό διώροφο αρχοντικό, στις όχθες της λίμνης, είχε μόνο δύο μεγάλα τζάκια, ένα σε κάθε όροφο. Κι εγώ είχα επιλέξει να αποσυρθώ εκεί τους τρεις πιο παγωμένους μήνες του χρόνου. Από τον Δεκέμβρη μέχρι και τον Φεβρουάριο. Έσφιξα τα δόντια στο άκουσμα των λέξεων «βαρύς χειμώνας».

Η όμορφη καγκελόπορτα της εισόδου με καλωσόρισε με ένα μοτίβο στο τελείωμά της που θύμιζε χαμογελαστά μουστάκια. Γύρισα το μεγάλο σιδερένιο κλειδί, και στο πρώτο βήμα, τα παγωμένα αγριόχορτα του μονοπατιού της αυλής, έβγαλαν ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο κάτω από τη μπότα μου. Εντάξει, το σπίτι ήταν παλιό και λίγο απεριποίητο. Εν γνώσει μου το είχα επιλέξει. Εξάλλου, δε μπορούσα να ανταπεξέλθω οικονομικά σε κάτι καλύτερο.

Τα μεγάλα αρχοντικά της Καστοριάς ήταν απλησίαστα, ακόμα κι αν νοίκιαζε κανείς ένα, μόνο, δωμάτιο. Αλλά η παλιά, μισοπαρατημένη, μικρή έπαυλη, ήταν λες και περίμενε εμένα.

Κάποιοι περαστικοί, κρυμμένοι μέσα στους γιακάδες των παλτών τους, με κοίταξαν με απορία. Μια κοπέλα μόνη, να στέκομαι στην είσοδο ενός ταλαίπωρου αρχοντικού με καμάρι, λες και μόλις να είχα αποκτήσει κάποια αμύθητη περιουσία.

Σήκωσα τα μάτια προς το σπίτι και αποκατέστησα τα χρώματα και τους σοβάδες με τη φαντασία μου. Τώρα μάλιστα, σκέφτηκα. Είχα την ικανότητα να μεταμορφώνω τα πράγματα με τη φαντασία μου και να τα διατηρώ, έπειτα, εντελώς αλλαγμένα στη μνήμη μου και στην όρασή μου. Εκείνο το σπίτι, για μένα, ήταν πια το παλάτι μου.

(…)

Μπροστά στο κεντρικό, μεγάλο παράθυρο του δευτέρου ορόφου, τοποθέτησα το γραφείο μου. Στ’ αριστερά μου, το τζάκι πάσχιζε να ζεστάνει τους παγωμένους τοίχους. Η κόκκινη βελούδινη κουρτίνα, προέκτεινε την αρχοντιά των σκαλισμένων γύψινων πλαισίων και του περίπλοκου ταβανιού. Μα αυτό που έκλεβε την παράσταση, δεν ήταν το ίδιο το σπίτι, ή κάποιο από τα δωμάτια. Ήταν η θέα από το μεγάλο παράθυρο του γραφείου μου. Η παγωμένη λίμνη. Και ο θόρυβος. Ο απόκοσμος θόρυβος που έφτανε θρασύτατος τα βράδια στο παράθυρό μου.

Με τρέλαινε και με γοήτευε. Δε μπορούσα να τον αντέξω, αλλά ούτε και να τον αποχωριστώ. Η λίμνη με καλούσε. (…)

~Ευλαμπία Τσιρέλη~

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

The Drone

4444634022_10683822df_z

(extract)

This monotonous drone makes me sleepy. I mustn’t fall asleep. I drink some of my juice; with a straw; always with a straw. I can’t remember how long ago I drank something directly from a glass. It’s been a long time since the last time I’ve done many things actually, like go to the toilet, sleep on a bed, run, cry.

This monotonous drone is driving me crazy. Gives me headaches. I have to stay cool. I MUST stay cool. I don’t have a choice. I’m the only one responsible for myself. A single msitake and I’m gone. Sometimes I don’t really care. Sometimes I really want to be gone. But this lacerative survival instinct keeps me alive. I’d like to know who the hell put it in us and for what reason.

This drone makes me numb. I smile and let it go. It’s pointless to fight it. I have to face my fate. I don’t even remember for how long I have been living in this state. I can’t count the days anyway; neither the months or the hours. Numbers. Numbers everywhere. So many numbers that they’ve lost their sense. Sometimes I count my breaths. Deep. Long. Suffocative. The air is not enough. I check the oxygen levels. Normal. Panic. It’s that panic again.

The drone is my one and only friend. Sometimes I think I hear some clear words through the humming. “Home”, “food”, “love”, “sun”, “party”, “mom”, “kiss”, “feel”, “friends”, “life”. Life. Life. L-i-f-e. “Liiiiiife”. The drone speaks the words. The Drone. My friend. I am lucky to have him. Him?

I’m struggling to remember. I have no memories. I’ve erased all memories to fill my brain with information and knowledge necessary for my job. To survive. Now I’m trying to remember them. Every single “day”. I don’t even know what “day” is anymore. It’s strange how words have lost their meaning here… I have to find new ones. I create my own words. Ok. Let’s see. No-day. I’ll call it no-day because days here don’t exist. Every no-day I’m trying to remember. But I’m sure what I have in my head is not actually memories. It’s just pictures of my imagination. I’ve created them. I’ve created false memories to feel I have cause. I’ve lost my cause. No one lives without a cause. Yet, this god damned survival instinct… Who the fuck put it in us? Who the fuck…

Round and round and round and round… I let my body free to swirl. My mind disperses everywhere in space. Time is circular and spiral. I close my eyes and feel becoming a perfect circle; and then a sphere. I begin and end at the same point. Everything returns to the point where it began; everything, except me. Return. “Reeetuuuurn”, the drone repeats slow and low.

I teach him new words; just to hear him talking. The word “return” is precious. I feel dizzy. It doesn’t matter. No one cares. I’m not allowed to not feel ok. I am not allowed to let myself die. Survival. Who’s the fucking idiot that put it in us? Damn, I do as he wishes now.

This drone makes me furious. I can’t stop it. I can’t destroy it. I have to accept it. It’s my only companion. If I make it my enemy, I’ll be alone. I don’t want to be alone. No one wants to be alone. Too much time with yourself makes you consume it. Not the time. Yourself. Makes you consume yourself. You shallow it until its last cell and then you have nothing left. You ‘re left alone. Without yourself. Yourself is someone you can discuss sincerely with. You discuss about your life, argue about your choices, enjoy memories, reconsider, value, sometimes you encourage it, and sometimes you don’t. Until you exhaust it, you consume it. You’ve overanalysed everything. There’s nothing to argue or discuss about. You become two perfect strangers. And yourself just walks away. And you forget it. And then you wonder what the hell are you doing here alone. Who brought you here and why. It was it. It did it all. It and its stupid ambition. Now it is consumed and gone. And you ‘re left alone. This is why I’m telling you, let the drone lull you once in a while. Hear the sound, hear the words. You have nothing and no one left.

(…)

~Evlampia Tsireli~

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.